
Με θριαμβευτικές ανακοινώσεις της Κυβέρνησης Μητσοτάκη από την 1η Απριλίου, ο κατώτατος μισθός αυξάνεται στα 880 ευρώ μεικτά. Ωστόσο, η απόφαση αυτή όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, αλλά συνιστά μία ακόμα κοροϊδία, καθώς η αύξηση των 50-65 ευρώ μικτά εξανεμίζεται αμέσως από την ακρίβεια και τον πληθωρισμό.
Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που εισήγαγε η Νέα Δημοκρατία, η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού γίνεται αποκλειστικά από την εκάστοτε κυβέρνηση, αποκλείοντας ουσιαστικά τους εργαζομένους από τη διαδικασία των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός συνεχίζει την ανοδική του πορεία, με τις τιμές στα βασικά αγαθά και τα ενοίκια να καθιστούν την αξιοπρεπή διαβίωση ανέφικτη. Ο κατώτατος μισθός, αντί να αποτελεί εργαλείο ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης και βελτίωσης της ποιότητας ζωής, μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου των χαμηλών αμοιβών και διατήρησης της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων και του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: Την ώρα που οι εργαζόμενοι καλούνται να τα βγάλουν πέρα με ψίχουλα, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες βρίσκονται σε αδιέξοδο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του αγνοούν το γεγονός ότι για κάθε 1 ευρώ αύξησης στον εργαζόμενο, ο εργοδότης επιβαρύνεται με 1,3 έως 1,5 ευρώ. Έτσι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είτε θα μετακυλήσουν την αύξηση στις τιμές των προϊόντων, επιβαρύνοντας τον καταναλωτή, είτε θα προχωρήσουν σε απολύσεις και μειώσεις προσωπικού, είτε δεν θα μπορέσουν να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους, δημιουργώντας νέο κύμα οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία.
Αντί για πραγματική στήριξη, η κυβέρνηση επιμένει σε πολιτικές που στραγγαλίζουν τόσο τους εργαζόμενους όσο και τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, επιτρέποντας την ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία και ενισχύοντας τους λίγους σε βάρος των πολλών.
Οι Σπαρτιάτες ζητούμε πραγματική στήριξη στον Έλληνα εργαζόμενο: δίκαιες αυξήσεις μισθών, ουσιαστικά μέτρα στήριξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, προκειμένου να προστατευτεί η αγοραστική δύναμη και να ενισχυθεί η πραγματική οικονομία και ενιαίο φορολογικό συντελεστή.